3.4.18

Η παρακμή των θέλω

"οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι"(Ψαλ. 125,5)

Ακόμη με θυμάμαι 5-6 χρονών κοριτσάκι να ακούω και να βλέπω τα άλλα παιδιά να παίζουν πιάνο και να θέλω κι εγώ... Ξεκίνησα από ένα αρμόνιο τόσο μεγάλο όσο μια ρίγα, λίγο αργότερα ανακάλυψα τα μινουέτα που έγραψε ο Γιόχαν για την Άννα και μετά... και μετά.

Δε μελετούσα, η δασκάλα μου με αγαπούσε αλλά δε με εκτιμούσε, ενίοτε με κτυπούσε στα δάχτυλα, τελειοποιώντας την τεχνική μου, αδυνατώντας ωστόσο να μου εμφυσήσει την ευαισθησία που δεν είχε. Ο πρώτος έρωτας και ενθουσιασμός έγινε μίσος αλλά ποτέ δεν προχώρησα σε διαζύγιο με το πιάνο. Νομίζω ήθελα να μοιάσω σε ένα λογοτεχνικό κορίτσι που κι αυτή πείσμωνε με παρόμοιο τρόπο. Τώρα, δε θυμάμαι ούτε το βιβλίο, ούτε το κορίτσι αλλά θα τους χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη. Και πέρασαν τα χρόνια.

Στα δεκαοχτώ γνώρισα τη Σόφη, με πήρε από το χέρι και με ξανασύστησε σε ένα καινούργιο πιάνο, ένα που έπαιζε μουσική, όχι όπως το παλιό που έπαιζε μόνο νότες. Το πρώτο μου θέλω, όμως, το θυμήθηκα -και το πραγματοποίησα- ένα πρωινό που πάλευα με τον Λιστ και τους άπειρους φθόγγους του. Με είδα ξαφνικά μπροστά μου, παιδί, να ακούω μουσική και να σκέφτομαι: "Τι ωραία που θα ήταν αν εγώ μπορούσα να παίξω αυτή τη μουσική για μένα; Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσα να γίνω ο ακροατής του εαυτού μου;".

Ήμουν πολύ μικρή τότε για να αντιληφθώ ότι συνήθως οι άνθρωποι παίζουν για ένα κοινό. Το μόνο που ήθελα ήταν να μάθω πώς να παρηγορώ τον εαυτό μου, για να μετριάζω τη μοναξιά, για να ξεχνώ για λίγο την πραγματικότητα.

Σήμερα, με έχουν εκφυλίσει τα υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Άραγε υπάρχει κάτι που δεν το έχει ακούσει ποτέ κανείς; Ή υπάρχει τρόπος να περιέλθεις σε αυτή τη μυστική κοινωνία με τους άλλους χωρίς προηγουμένως να περάσεις την ανάλογη οδύνη;

Μουσική, τη μια στιγμή γίνεται μαργαρίτα στην παλάμη σου έτοιμη να τη μαδήσεις, και πριν το καταλάβεις μεταμορφώνεται σε έμπορο της Βενετίας και σου ζητά λύτρο την ίδια τη σάρκα σου. Γιατί να την αγαπώ τόσο;