24.3.18

Χωρίς τις γραμμές των οριζόντων

Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα
σαν ξένος σαν ξενάκι σαν παντάξενος.
Κι ήρθε και κατακάθησε πάνω μου σαν σεντόνι όλης της γης η σκόνη.
Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Όταν ξυπνήσεις ένα πρωινό και ανακαλύψεις τις σχέσεις εγκλεισμού που διέπουν τη ζωή σου δεν είναι ποτέ τόσο ευχάριστο ή συναρπαστικό όσο στα Μαθηματικά. Το συνειδητοποιείς σε εκείνο το σημείο στο χρόνο που μια ξενόφερτη σκόνη από τη Σαχάρα σου κλέβει τον ουρανό σου, που η ματιά σου σταματά στο απέναντι παραμελημένο σπίτι και ξαφνικά νομίζεις ότι η ζωή τελειώνει εκεί.

Αδυνατείς να μαντέψεις τι κρύβεται λίγο πιο πέρα, βεβαιώνεσαι ότι όλο σου το υπάρχω θα συρρικνωθεί μέσα σ' αυτόν τον απαίσιο μπεζ κύκλο και θα προχωράς πάντα μέσα σε αυτόν. Λίγο πιο πέρα, ωστόσο, βλέπεις επίμονες κάποιες γραμμές να σχίζουν το πέπλο της δυστυχίας σου και να φτιάχνουν τα Κιμιντένια των παιδικών σου χρόνων, σαν ένα δάχτυλο να τα ζωγράφισε πάνω σε λερωμένο τζάμι αυτοκινήτου. Και παρηγοριέσαι. Για λίγο.

Έτσι θα είναι η ζωή τώρα, με τη σκόνη να πηγαινοέρχεται και να λασπώνει τα βρεγμένα από τα δάκρυα μάγουλά μου. Εγώ θα πετιέμαι σαν τόπι ανάμεσα στον φόβο, την ελπίδα και τελικά την απελπισία. Θα νοσταλγώ τον γαλάζιο ουρανό με τα παχουλά λευκά συννεφάκια αλλά, έχοντας πάρει από την αδέξια νεραϊδονονά μου το χάρισμα της χρονοκαθυστέρησης, θα είναι πάντοτε για μένα πολύ αργά.

Και θα περιμένω επίμονα τηλεφώνημα από κάποιον που δεν έχει τον αριθμό μου. Δε θα τηλεφωνήσει, όχι γιατί του λείπουν λίγα ψηφία αλλά διότι ποιος αντέχει τη μετριότητα; Ποιος μπορεί να ερωτευτεί την ανασφάλεια και ένα ελάχιστο είναι;

Τελικά η φαντασία σκοτώνει την ψυχή, σε εγκλείει σε μια σκόνη πλανεύτρα, όμορφη, χρωματιστή που σου κόβει τον ορίζοντα, που δε σε αφήνει να ονειρευτείς και να κυνηγήσεις την πραγματικότητά σου, μέχρι εκεί, μέχρι τις γραμμές των οριζόντων.