14.3.18

Το δίλημμα

Είναι προφανώς αδύνατον ένας φτωχός ανθρωπάκος να μπορέσει να εξηγήσει τη σχέση ζωής και τέχνης, πώς η μια (συμ)πληρώνει την άλλη ενώ ταυτόχρονα την ακυρώνει. Σαν αίνιγμα της σφίγγας μοιάζουν οι βραδινοί προβληματισμοί της υπογράφουσας και ο αναγνώστης είναι όπως πάντα κουρασμένος.

Ελαφρώς αστείο το γεγονός ότι ο καθημερινός άνθρωπος βιώνει την αναπάντεχη μελωδία ενός βιολιού, τη σιωπή του πρωινού που πλημμυρίζει μια κινηματογραφική στιγμή, την άδεια καρέκλα ενός ασπρόμαυρου πίνακα χωρίς ποτέ να αναλογίζεται το κόστος για τον καλλιτέχνη. Παιδεύεται κι εκείνος ο έρμος για ένα εύγε που σπανίως τον επισκέπτεται, για μια επικοινωνία, για να φτιάξει μια γέφυρα συγκίνησης και συνάντησης με τον άλλο.

Μα στο τέλος της μέρας οι ψυχές συναντούν την παραμυθία τους μέσα από την τέχνη χωρίς να νοιαστούν για τις επίπονες προσπάθειες που προηγήθηκαν, για τις ώρες που ξοδεύθηκαν, για την ένδεια του ανθρώπου που δεν ακολούθησε την πεπατημένη βιοποριστική οδό.

Και μένει μόνος ο καλλιτέχνης, επώνυμο ενίοτε πρόσωπο, ανώνυμος ωστόσο μάρτυρας της δικής του ιστορίας, της τόσο συχνά διαφορετικής από αυτήν που αφηγήθηκε μέσα από το έργο του.

Θλιμμένοι απομένουν να κοιτάζουν όσοι επέλεξαν τη ζωή απέναντι στην τέχνη, όσοι δεν εξαργύρωσαν ποτέ το υστέρημα ευαισθησίας τους για χάριν της ανθρωπότητος, ανήμποροι να συγχωρέσουν τον εαυτό τους, αφήνοντας κρυμμένη μέσα τους μία Μόλναρ που κανείς δεν ξέρει πότε θα διαπράξει το φονικό.