25.9.16

Ανεμελιά

Βλέπεις τη ζωή... ένα τεράστιο βράχο που πασκίζει να ανεβεί το μικρό λόφο. Πρέπει υποχρεωτικά να περάσει από πάνω σου, τον αισθάνεσαι να σε συνθλίβει, να σε καταθλίβει. Το μέσα σου θρυμματίζεται, γίνεται σκόνη βαριά που δεν μπορεί να την ταξιδέψει κανένας άνεμος.

Το βλέμμα σου γυμνωμένο από όποια ελπίδα συναντά το πιο μικρό βαρκάκι στο πέλαγος.  Ξέρεις τα χέρια που το έφτιαξαν, θυμάσαι τα βράδια που τα τραπεζάκια βγήκαν έξω και που χύθηκε νάμα σε ποτήρια και καρδιές.

Σηκώνεσαι. Αφήνεις το βράχο να κατηφορίσει για εκεί που ανήκει. Ανεβαίνεις το λόφο με τα χέρια στις τσέπες σφυρίζοντας. Είσαι ελαφρύς.