24.7.15

η διατάραξη της εμπειρίας

Τα μέρη που αγάπησα γεμάτα από ξένους, ανθρώπους που αδυνατώ να αναγνωρίσω. Πνίγομαι, αδυνατώ να είμαι. Εγώ είμαι η ξένη... Κάθομαι απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας και αρνούμαι να πιω το άθλιο κρασί που μου σερβίρουν σε ένα αθλιότερο ποτήρι. Μα είναι τόσο όμορφη, μόνο εγώ μπορώ να το δω, είμαι σίγουρη, γι' αυτό ποτέ δε θα είμαι εγώ η ξένη.

Πρώτες πρωινές ώρες... ακολουθούμε τα ίδια δρομάκια, άδεια τώρα... βρίσκουν χώρο να τρυπώσουν και οι έρμες οι αναμνήσεις που μέχρι στιγμής κάθονταν στα σύρματα μαζί με τα άλλα πετούμενα. Να εκεί, γελάσαμε με την καρδιά μας, και λίγο πιο πέρα έτρωγα την πρασόπιτά μου και έπινα τον καφέ μου από τα χέρια του όμορφου σερβιτόρου, και ω ναι, εκεί, ακριβώς εκεί που τώρα πουλάνε σουβλάκια, σιώπησα και σε άκουσα μέχρι που ένιωσες ξανά καλά. Και η μουσική, πάντα η μουσική, ο Περίδης στο ραδιόφωνο και ο Σύμης ανέμελος να τον συνοδεύει με τη φλογέρα του.

Όλα αυτά πριν γεμίσουν τα σοκάκια με άγνωστες φωνές και ήχους αλλότριους. Αισθάνομαι το σώμα μου δηλητηριασμένο από την επίφαση κουλτούρας, από τα και καλά με άποψη γουάιν μπαρς, τα δήθεν μικρά καταστηματάκια γεμάτα άχρηστα πραγματάκια. Τόση ανάπτυξη, αλλά ούτε ένα βιβλιοπωλείο, ένα μέρος όπου θα μπορούσες να μπεις και να νιώσεις σπίτι σου.

Μόνο οι εκκλησίες απέμειναν, ευτυχώς. Γιατί εκεί νιώθω πάντα σπίτι μου.