23.7.11

Νινευή

Προσπαθώ με λέξεις άσχετες να επικοινωνήσω αυτά τα οποία τίποτα δεν μπορεί να τα φυλακίσει. Έχω μια ελπίδα διπλωμένη πάντα στην τσάντα μου, δεν την πολυδιαβάζω πια. Όσα δάκρυα και να χυθούν δε θα είναι αρκετά αυτή τη φορά, η αδικία ασήκωτη και η μοναξιά βρέθηκε κρεμασμένη στο δωμάτιό της. Ξέχασα όλα αυτά που πνίγουν το μυαλό μου όταν θυμάμαι τα τραγούδια της εφηβείας μου. Φοβάμαι. Αφυδατώθηκα μαζί με τα φυτά μου, παίρνω φάρμακα που θα ΄πρεπε να με έριχναν από νωρίς στο κρεβάτι... Δεν μπορώ να θυμηθώ, κι ήταν πολύ ωραία αυτά που ήθελα να σου πω. Πόσες φορές πια θα σταυρώσουμε το Χριστό, πόσες φορές δε θα του πούμε ούτε μισή συγγνώμη; Δεν τους βλέπω να φοράνε σκληρές σακούλες και να λούζονται στάχτες. Δε θα πάρουμε ποτέ το έλεος που δε ζητήσαμε, το έλεος που αρνηθήκαμε σε αυτούς που σύρθηκαν στα πόδια μας. Και οι νεκροί, δε θα απασχοληθούν με το δικό μας στοίχειωμα, αυτοί κρίθηκαν και δικαιώθηκαν. Εμείς μόνοι, κάθε μέρα να βγάζουμε τα μάτια μας, να μοιραζόμαστε πρόχειρα το φως και να πλένουμε τα ρούχα κρυφά τα βράδια. Θα σε αφήσω απόψε να με νανουρίσεις, δεν πειράζει που θα με πονέσεις με παραφωνίες που εσύ δε θα ακούς. Η αγάπη σου θα τα κάνει όλα πανέμορφα, ακόμα και τον φόβο. Καληνύχτα, θα σε δω στο αυτόφορο.