31.7.10

αγρύπνια, σλοβενία, και άλλα παρεμφερή

Πονάει το χέρι, μα το έχω ήδη αναβάλει αρκετά. Πρέπει να προλάβω, πριν να αδειάσει η μνήμη. Κι ειν' αλήθεια πως, δεν περνάει ποτέ ξανά το ίδιο ποτάμι από το ίδιο σημείο. Πήγα εκεί δίχως τη μουσική μου, γυμνή και ευάλωτη, συνάντησα δυο ζευγάρια γαλανά μάτια, μια μελαχροινή νεράιδα, το λευκό καπέλο και τον κακοφωνίξ, καθώς και κάποιο κουφό που ακούει Θανάση.

Ευτυχείς συμπτώσεις συμβαίνουν, ακόμα και στις πιο ατυχείς στιγμές, όπως το ότι κατρακυλήσαμε απ' την ίδια πλαγιά ενώ εγώ είχα τραβήξει το φρένο περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Και την Τρίτη, θυμάσαι την Τρίτη που ακούσαμε εκείνη τη φωνή, κι εγώ χειροκρότησα μονάχη μου, πριν προλάβω να ντραπώ, συνάντησα τα μάτια της. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μόνο μια φορά και καμιά φωτογραφική δεν μπορεί να τα απαθανατίσει. Ναι, πήγα χωρίς μουσική, την ξέχασα, αλλά ήρθε εκείνη και με βρήκε, και φύσηξε έξω αέρας χωρίς να πέσει, ούτε ένα φύλλο...

Η πριγκιπέσσα ξύπνησε μέσα σ' ένα καράβι, ένα αγόρι έπαιξε ένα ζεϊμπέκικο στο ξεκούρδιστο πιάνο. Άκουσε εκεί, πάνω στο νερό, μυστικά που ευχήθηκε να τα ξεχνούσε αμέσως. Κι ένα άλλο αγόρι τη φίλησε, κοιμήθηκε ξανά. Η νηφαλιότητα υπάρχει μέσα στο αλκοόλ, καθώς και το φόρεμα από έβενο. Είναι κοντά ο θάνατος, πρέπει να ζητήσει συγγνώμη πριν περάσει η νύχτα... πριν το λιωμένο παγωτό που στάζει λερώσει και το τελευταίο όνειρο.

Του πέθανε του μικρού πρίγκιπα το αρνί του, θα φύγει μόνος, θα μάθω να ζωγραφίζω, υπόσχομαι. Μέχρι τότε πάρε εσύ το τελευταίο κομμάτι απ' το σφαγιασμένο αστέρι. Δεν πρόλαβα να το σώσω απ' τις μάγισσες ξέρεις... Βρίσκομαι μέσα σε μια κρύα και υγρή σπηλιά, από πάνω μου οι σταλακτίτες έτοιμοι να με καρφώσουν. Κοιτάζω την ξεναγό, δεν έχω καμιά ελπίδα να χαθώ πια. Πήρε να βρέχει κι εγώ σκέφτομαι την ταλαιπωρημένη μου γεύση. Αναρωτιέμαι, τι άλλο να με περιμένει μετά τη σούπα με μακαρόνια και φασόλια...

Την αγκάλιασα και την κοίταξα έτοιμη να κλάψω. Με κοίταξε σαν να καταλάβαινε. Δε θυμάται τίποτα πια. Εγώ δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ξέρω πως η αναπηρία δε βρίσκεται στο δικό της μυαλό μα στο δικό μου. Σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς, και δε θέλω να σκέφτομαι, πως δε θα ξαναδώ ποτέ, την υπέροχη πλατεία της Λουμπλιάνα.

Έχασα κάθε επαφή με το χρόνο, την Κυριακή είχα ακούσει τους αγγέλους να ψέλνουν, δεν είχα καταλάβει ούτε μία λέξη, μα ήξερα ότι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Σήμερα τους συνάντησα ξανά, τους είδα να κρύβονται πίσω από τον ουρανό. Διάβηκα τον ποταμό, χαιρέτησα το δάσος και έτρεξα πάνω στη λίμνη. Το κλειδί βρίσκεται στο νησί, και αξίζει μόνο αν σ' το δώσουν τζάμπα.

Κλείνει η πληγή σιγά σιγά απ' το μαχαίρι στη Σκαρούσνα.

Αυτός ο κόσμος δε θ' αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα Κεμάλ

22/07

1 comments:

Μάρκος είπε...

Ποτε δε θέλησα ν´ αλλάξω τον κόσμο, πάντα θέλω να μη μ´ αλλάξει εκείνος.
Πλούσια τα ταξίδια σου, ζηλεύω.
Την καλησπέρα μου