18.1.10

σκόρπια στις είκοσι μία

Απιθώνω τις λιγοστές εικόνες της ζωής μου. Ένα ροζ σύννεφο στον κατά τα άλλα βαρετό ουρανό και παιδιά που τρέχουν χωρίς λόγο. Δεν αντέχω άλλο τις πληγές τις φαντασίας μου. Αισθάνομαι το κάψιμο στη γλώσσα από τα απανατωτά τσάγια. Δεν έχω ακόμη χάσει την αίσθηση της γεύσης. Ναι, εντάξει, είναι πεπερασμένες οι επιλογές, γλωσσικές και άλλες... αλλά αυτό το αίσθημα του απείρου είναι που μας κρατάει. Ποιος τολμά να ανταλλάξει το ψέμα με την πραγματικότητα. Και το έγκλημα δεν ξεπερνιέται, μόνο περνά ανατριχιαστικά πάνω από το δέρμα μας. Πώς τα καταφέρνουμε να μοιάζουμε με ανέγγιχτες τσούλες; Είναι κι αυτό ένα ταλέντο που δεν το αναμένεις. Το βιμπράτο όμως; Μια φωνή που να μοιάζει ακέραιη μέχρι που ακούγεται το τρέμουλο στο τέλος. Φωνή βοώντος εν τω όχλω που είναι κατά πολύ χειρότερος από την έρημο. Ποία η εμή σχέση με την ένταση, οι γείτονες δεν έχουν παραπονεθεί ακόμη. Κι όμως εγώ αγωνιώ, σαν να πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να μου χτυπήσουν την πόρτα. Θα είμαι μόνη, χωρίς κανένα άλλοθι να καλύπτει τις αναίτιες ενοχές μου. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα και η επιτάχυνση της καταστροφής με αποδυναμώνει πριν καν το καταλάβω. Κι είναι όλα τόσο ωραία... απλά δεν μπορώ να σταματήσω να κοιτάζω τη μαύρη κηλίδα πάνω στο λευκό έπιπλο.