31.12.09

κλειστά παράθυρα και το φως στα μετόπισθεν

Προετοιμάζομαι καταλλήλως. Καθείς τις προτεραιότητές του κι εγώ τις δικές μου. Καμένες οι προτεραιότητες, καμένη κι εγώ, απορώ με όλες τις στάχτες γύρω μου. Δεν ολοκληρωνόμαστε ο ένας μέσα από τον άλλο, κυνηγάμε σκιές άστρων που έχουν εδώ και έτη φωτός χαθεί στο άπειρο. Δεν έχω τίποτα, μιμούμαι απροσκόπτως και ανεπιτυχώς. Γράφω χωρίς εικόνες μες στο μυαλό μου. Κάνω όλα όσα υπόσχομαι πως θα αποφύγω κι είναι πολλά τα τοποθετημένα στο προσεχώς. Έχω ξεχάσει το όνομά μου και το γραμματοκιβώτιό μου έχει μείνει άδειο. Δε βγαίνω στους δρόμους, μόνο σε μαγαζιά πηγαίνω καταναλώνω και και κατ-αναλώνομαι. Δεν μπορώ να ακούσω τους χτύπους της καρδιάς μου, την έχω κλείσει σε γυάλινο κλουβί να μη μου πεθάνει ξαφνικά. Πόσοι μπορούν να παινευτούν πως πιστεύουν όλα όσα λένε; Έγω λέω όλα όσα θέλω να πιστέψουν οι άλλοι για μένα, αυτά που θέλω να πιστεύω κάθε πρωί που επανέρχομαι από τον ύπνο που δε θυμάμαι. Μόνο τα λάθη βλέπω, τα στολίζω στα ράφια και ψάχνω την κατάλληλη γωνία. Δύο ποτήρια της σαμπάνιας στο καλάθι, εγώ είμαι το δύο. Ταυτίζομαι με σημεία πολύ μακρινά, τοποθετημένα σε έναν ορίζοντα που δεν καταφέρνω να δω. Συγχρονιζόμαστε ετεροχρονισμένα, μου έχουν επιστραφεί όλα τα γράμματα που είχα στείλει στο μέλλον. Παίρνω το τόξο μου, στοχεύω, γίνονται όλα ένα χρώμα, χάνεται ο στόχος απ' το οπτικό μου πεδίο. Ανακαλύπτω πως είμαι σε λάθος στρατόπεδο, με κοροΐδεψαν, δε θα κερδίσω κανένα στοίχημα, έσφιξα χέρια που δεν έπρεπε, χαλάρωσαν τα δάχτυλα και πέφτω. Θα προλάβω το δείπνο; Αν με έχεις καλέσει δατ ις.