7.6.09

φως

Κάπου ανάμεσα στο πουθενά και το ποτέ, έτσι ακριβώς όπως το είχα ευχηθεί. Και μοιάζει τόσο καθαρό τώρα εκείνο το βράδυ που είχαμε καθίσει όλες χάμω στην άσφαλτο. Κανένας φόβος για αποξεχασμένα φορτηγά δε μας κυνηγούσε. Τίποτα δεν μπορούσε πια να μας πληγώσει. Είχανε όλα πλημμυριστεί από φώς και η νύχτα ήταν από καιρό νικημένη. Τη στιγμή που κοιταχτήκαμε γελώντας στα μάτια, συναντήθηκαν οι παιδικές ψυχές μας, το ξέραμε κι ας μην το καταλαβαίναμε. Από τότε δε χωριστήκαμε ποτέ...

[Ήταν σκληρό το προσκέφαλό μου τα τελευταία βράδια, και όλο το έβρεχα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να το μαλακώσω. Ξυπνούσα στη μέση της νύχτας και δεν ήμουν εγώ, και όμως ήμουν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Άνοιγα το ντουλάπια με τα κλεμμένα μπουκάλια και έχωνα μέσα γράμματα. Τα 'ριχνα στον ουρανό και περίμενα. Όταν, πια, σταματούσα να περιμένω, ερχόταν μια απάντηση. Εγώ, όμως, δεν είχα άλλο κουράγιο να χαμογελάσω και κοιμόμουν. Ξυπνούσα το πρωί και δεν ήξερα να χωρίσω το όνειρο απ' την αλήθεια. Θυμόμουν μονάχα ότι έψαχνα γεμάτη αγωνία το φως, έριχνα πυροτεχνήματα στον ουρανό αλλά τα αστέρια δεν άναβαν.

Δεν είχατε φύγει, κανείς δεν είχε φύγει εκτός από 'μένα. Μόνο που έμοιαζε τόσο σκληρό το φως που ξημέρωνε. Ο πρίγκιπας Μίσκιν είχε γίνει ο πρίγκιπάς μου, με τα παραληρήματά του, τις αγωνίες του, τις τύψεις του. Μου ήταν τόσο φριχτό να με βλέπω να διαγράφομαι κρυφά πάνω στις χάρτινες σελίδες. Χρειάστηκα τη φωτιά, ίσως στο φως της να έβλεπα κάτι. Αν τα έκαιγα όλα... μπορεί. Δεν μπορούσα να διακρίνω τις παρουσίες από τις απουσίες ούτε να κατασιγάσω, το άγχος, τη θλίψη και άλλα πάθη πολλά που οι άνθρωποι δύσκολα ομολογούμε. Και πιο πολύ απ' όλα, μου είχαν λείψει η εμπιστοσύνη, δυο ξύλινα χέρια που προσεύχονταν ενωμένα... Δεν αγαπούσα πια. ]

Κάπου ανάμεσα στο παντού και το πάντοτε βρισκόμαστε. Και ξέρω πως δεν μπορώ να χαθώ γιατί πάντα ένας φίλος, μια φίλη, θα με βρει. Κι αυτό είναι το ιλαρό Φως, η ευλογία να μην είσαι μόνος, να είσαι πάντα ενωμένος μαζί Του και με τα αδέλφια σου.