6.4.09

Μικρή πραγματεία περι αμερημνησίας

του Denis Grozdanovitch

Μηχανόβιες αερολογίες, όπου γίνεται λόγος για το χρόνο και την ταχύτητα, αλλά και για γάτες, χελώνες και Κινέζους!


Ο Ηράκλειτος, όπως όλοι ξέρουμε, μας διαβεβαίωνει ότι δεν μπορούμε να να μπούμε δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.
...

Έχουμε φτάσει στο σημείο να πιστεύουμε ότι ο μηχανικός ρυθμός του ρολογιού μας συμπίπτει με το χτύπο της καρδιάς μας...

Δε θα μπορούσε κανείς να πει για μια καρδιά, όπως και για ένα ποτάμι, ότι είναι στεγνή ή ότι ξεχειλίζει;

...και πάνω σ' εμάς τους ίδιους -καθώς περνάνε οι ώρες, οι μέρες, τα χρόνια- ο χρόνος χαράζει τ' αυλάκια του, αφήνοντας τις προσχώσεις της εμπειρίας, λιπαίνοντάς μας με τα λεπτά πνευματικά σωματίδια που κουβαλάει από περασμένες εποχές. και, τέλος, να κάνω τη διάκριση ότι μόνο η δική μας εποχή, ανάμεσα σε τόσες, επαίρεται ότι ελέγχει αυτό το ποτάμι και δεν το αφήνει να τη διασχίζει και να την εγκαταλείπει ανηλεώς όπως τις άλλες!

Η εποχή μας, λοιπόν, μπορεί να υπερηφανεύεται, όχι μόνο γιατί ορθώνει φράγματα στο χρόνο ώστε να χρησιμοποιήσει την ενέργειά του, αλλά και γιατί τον μαζεύει σε αποθήκες απ' όπου μπορεί να τον ανασύρει κατά βούλησιν! Πού αλλού μπορεί ν' αποσκοπεί αυτή η επίμονη προσπάθεια να μειώσουμε τη φυσική διάρκεια των πραγμάτων, προσδίδοντας τους ιλιγγιώδεις ταχύτητες;

Πράγματι, νομίζουμε ότι έχουμε κάποιο κέρδος όταν μειώνουμε βαθμηδόν το χρόνο που αφιερώνουμε σε κάθε μας πράξη: επιταχύνουμε τις μετακινήσεις μας, τις συναλλαγές μας, τις νοητικές μας ενέργειες (οι υπολογιστές , στα τυφλά, μας λύνουν τα χέρια...), μέχρι και τις βιολογικές λειτουργίες μας, που ορισμένοι πολύ σοβαρά θεωρούν ότι τις "βελτιώνουν" .
...

Όμως, το να προσπαθούμε, έτσι όπως κάνουμε, να περιορίσουμε αυτή τη διάσταση της οποίας αποτελούμε βασικό συστατικό, δεν είναι στην πραγματικότητα σαν να σκοτώνουμε την ίδια στιγμή ένα κομμάτι από εμάς τους ίδιους;

Αλίμονο, μου φαίνεται ότι αυτό ακριβώς είναι που δε θέλουμε ν' ακούσουμε: ότι ίσως ο χρόνος είμαστε εμείς! Έχουμε πειστεί απόλυτα από την υποτιθέμενη γνώση της "επιστημονικής" εποχής μας και καθησυχάζουμε αφελώς τον εαυτό μας (γιατί πρέπει να υπάρχει και αφέλεια κάτω από την κυνισμό της επιφάνειας) διακηρύσσοντας αλαζονικά ότι ο χρόνος, η φύση και το σύμπαν μας αφορούν πια μόνο σαν εξωτερικά, άσχετα στοιχεία κι ότι μπορούμε να τ' αλλάξουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναιρούμε τη φύση μας.

Ο σκοτωμένος χρόνος
...

Μια μέρα που φυσούσε δυνατά, στην καρδιά του αγγλικού χειμώνα, ενώ έκανα τη βόλτα μου σε μια αλέα του πάρκου πάνω απ' τα στριμωγνένα σπιτάκια από κόκκινο τούβλο στην εργατική συνοικία του Σέφιλντ, προσπερνώντας μια στοίβα ξύλα που ώς εκείνη τη στιγμή μού έκρυβε τη θέα, βρέθηκα μπροστά σ' έναν από τους αξιοσέβαστους υπηκόους της Αυτής Μεγαλειότητος επί το έργον: με το περιποιημένο, παχύ μουστάκι του, με το τουίντ καπελάκι του κι ένα μουφάν καπιτονέ φορεμένο πάνω από σακάκι και γραβάτα, καθισμένος σε μια σπαστή καρέκλα στη μέση μιας αλέας με γκαζόν, κρατούσε στο ένα χέρι μια καλούμπα και στον άλλο ένα σπάγκο, ο οποίος, διαγράφοντας μια μεγάλη κομψή καμπύλη, τον συνέδεε μ' έναν πανέμορφο κόκκινο χαρταετό, χαμένο στα ύψη ενός αναστατωμένου ουρανού, όπου πυκνά σύννεφα κατέβαιναν τροχάδην σαν φρενιασμένοι ελέφαντες.

Όταν πέρασα από μπροστά του και τον χαιρέτησα με μια κλίση του κεφαλιού, με φώναξε:
"Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να μου κρατήσετε αυτό εδώ για ένα λεπτό;"

Απάντησα ότι θα χαιρόμουν ιδιαιτέρως. Πήρα την καλούμπα και τον σπάγκο που τον έδεσα στο χέρι μου, ξαφνιασμένος απ' τη δύναμη της αντίστασής του, ενώ εκείνος έχωσε το χέρι του σ' ένα καλάθι σαν αυτά που παίρνουμε για τα ψώνια, έβγαλε από μέσα του ένα θέρμος, έριξε καυτό τσάι σ' ένα μεταλλικό κύπελλο, πήρε κι απ' την τσέπη του μπουφάν του ένα γαλατάκι, το ανακάτεψε κι άρχισε να πίνει ήρεμα, με μικρές γουλιές, παρακολουθώντας με με την άκρη του ματιού του:

"Όχι τόσο δυνατά, νεαρέ μου, χαλαρώστε το χέρι σας, αφήστε το λίγο λάσκα!"
Έπειτα, βγάζοντας άλλο ένα κύπελλο, πιο στραπατσαρισμένο, με ρώτησε:
"Τσαγάκι;"
"Ευχαρίστως."

Αφού σέρβιρε το τσάι και το γάλα στο άλλο κύπελλο, μου το έδωσε και ξανάπιασε την καλούμπα και το σπάγκο. Ήπια το τσάι αργά, όρθιος δίπλα του, ενώ ο αέρας δυνάμωνε όλο και περισσότερο, σαν να 'θελε να του αρπάξει το σπάγκο από τα χέρια. Για αρκετή ώρα το χειριζόταν αμίλητος, με τα μάτια στον ουρανό, παλεύοντας ψύχραιμα με τη λύσσα των στοιχείων της φύσης. Έπειτα, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, μου είπε αναπάντεχα:
"Τι υπέροχος καιρός! Δε συμφωνείτε;"

...όταν μας ρωτάνε δύσπιστα, ως είθισται, για τις κατά της γνώμη τους παράξενες ασχολίες μας, καλό είναι να μιμηθούμε αυτό που έλεγε σε ανάλογες περιστάσεις ο Ριοκάν, ο μοναχός Ζεν:

... την άνοιξη με τα εκατό λουλούδια, στους μεγάλους δρόμους
παίζω με τη μπάλα μου,
κι αν με ρωτήσει ένας περαστικός, του λέω
"είμαι ένας τεμπέλης σε καιρό ειρήνης".

υ.γ. Ευχαριστώ για το ζεστό τσάι.

3 comments:

Aντώνης είπε...

Εμείς ευχαριστούμε που σταματήσαμε εδώ για να καταλάβουμε λίγο πάλι τι μπορεί να σημαίνει χρόνος. Πάντα τον βιώνω ως κάτι έξω από εμένα που με προσπερνά, ένας αδίστακτος βασιλιάς, κι ο χρόνος ο αληθινός είναι εδώ μέσα στον τρελό που νομίζει ότι μένει πάντα ξοπίσω.

zVyk είπε...

Χαίρομαι που εντόπισες το σημείο που ήθελα να θίξω χωρίς καν να το υπογραμμίσω. Αξίζει να διαβάσεις όλο το βιβλίο.
Σε ευχαριστώ που με επισκέπτεσαι!

just me είπε...

σ' ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου, καλή μου, ας είναι και καθυστερημένα: οι "μετρονόμοι μου" δεν γράφτηκαν, δυστυχώς, χάριν παιδειάς, σφυροκοπάνε στο μυαλό μου και σκοτώνουν στην κυριολεξία τον χρόνο μου. (Ζω ένα φοβερό υπαρξιακο-βιολογικό δράμα: είμαι μια τεμπέλα σε καιρό πολέμου!)
:)