5.10.08

Εν-ό(ρ)αση

Συχνάζω σε παρακμιακές καφετέριες. Κλέβω ένα βιβλίο ελαφράς λογοτεχνίας από το ράφι και κάθομαι σε ένα λερωμένο καναπέ, απ' όπου έχει περάσει και ο τελευταίος emo, χωρίς να με χαλάει ποσώς. Το τσάι μέντας άκρως απολαυστικό κι εγώ μετανιώνω που έβαλα το φακελάκι στο τασάκι με αποτέλεσμα να μην μπορώ να φτιάξω άλλο τσάι. Αράζω για λίγο και κλέβω αποσπάσματα από το βιβλίο που δεν είναι δικά του αγνοώντας τη δυνατή μουσική. Χαζεύω τα περίεργα τραπεζάκια... πάνω στο καθένα απ' αυτά βρίσκονται οι φόβοι ολονών μας. Την κάνω για στενά δρομάκια... Περιπλανιέμαι...

Βυθίζομαι στη μωβ πολυθρόνα μιας άλλης καφετέριας. Απ' το διπλανό τραπεζάκι με ενημερώνουν πως προ ολίγου εκεί που τώρα κάθομαι εγώ, καθόταν κάποιος που λιποθύμησε. Εγώ βολεύομαι καλύτερα, αγκαλιάζω με την παλάμη μου, για να ζεσταθώ, το καυτο-καυτερό μου chai που αυτή τη φορά είναι αρκετό. Βουλιάζω μες στο βιβλίο μου επιτρέποντας μέσα από όλη τη φασαρία μόνο στους jazz ήχους να καταλάβουν το πίσω μέρος της προσοχής μου. Προσπαθώ να πιω λίγο τσάι αλλά καίει. Μέσα σε αυτό καίγεται η μνήμη και όταν βγάζω το πλαστικό κάλυμμα βλέπω τις αναθυμιάσεις της λήθης να ανεβαίνουν προς τα πάνω, ελαφρύτερες από τον αέρα που αναπνέω τώρα πια. Και το βλέμμα μου βουλιάζει ξανά... Και φεύγω ξανά... Περιπλανιέμαι...

(Μ)παρκάρω με τον τρόπο που μόνο εγώ ξέρω. Μαζί μου δεν έχω ούτε ένα βιβλίο, μόνο μια πετσέτα που σήμερα δεν είναι της μοίρας της να μου σκουπίσει τον ιδρώτα. Κλείνω -δυστυχώς- τη μουσική και αναπνέω ουρανό. Κοιτάω τον τεράστιο συννεφένιο ανεμοστρόβιλο. Όλα ροδίζουν κάτω απ' το βάρος του ήλιου που νυστάζει όλο και πιο νωρίς. Τα δέντρα μοιάζουν με τσιγγάνες που χορεύουν κι εγώ θέλω απλά να ξαπλώσω πάνω στο γρασίδι και να χαζέψω τον ουρανό... όλα γίνονται ουρανός και μια γαλάζια δροσερή ελπίδα με αγκαλιάζει. Την επόμενη φορά θα φέρω μαζί μου και το βιβλίο μου. Οι υπαίθριες καφετέριες είναι καλύτερες... Η περιπλάνηση δεν είναι κάτι που τελειώνει, ούτε κάτι που το θες να τελειώσει... περιπλανιέμαι.


υ.γ. Και ίσως τελικά να ήταν αυτό.