20.1.08

αν(καλ)αισθησία

Θα θελα μια φορά ένα ζευγάρι μάτια ενός άλλου ανθρώπου για να κοιτάξω τον κόσμο. Αυτή η διαρκής προσπάθεια να δω τη ζωή μέσα από ένα άλλο πρίσμα πέρα από το δικό μου, με έχει κουράσει αφάνταστα. Κάθε φορά, με εκπλήσσει εκ νέου η υπερβολική ενσυναίσθηση από την οποία υποφέρω και η οποία είναι αποτέλεσμα τόσο του αλτρουισμού όσο και της εγωπάθειάς μου*. Ξέρω τις φόρμουλες, ξέρω πως να μάθω να αποστασιοποιούμαι, είναι μια απλή ένεση ολικής αναισθησίας. Όμως, υπάρχει μια πιθανότητα να κοιμηθώ για πάντα, να νεκρωθεί κάθε αίσθηση και τότε τι θα έχω καταλάβει; Θα έχω πάψει να επικοινωνώ.

Γράφω χωρίς μουσική, απλά και στεγνά. Όταν έγραφα στην έκθεση της τετάρτης δημοτικού, μέσα σε μια μονάχα σελίδα πως θέλω να γίνω συγγραφέας, δεν καταλάβαινα πολλά, όμως οι συγγραφείς των βιβλίων που διάβαζα ήταν οι καλύτεροί μου φίλοι. Ήταν τόσο παρανοϊκό, δε σιχαινόμουν τίποτα περισσότερο από την έκθεση αλλά ήθελα να γίνω συγγραφέας. Και τώρα, το θέλω ξανά. Θυμήθηκα τι είχα ακούσει σε ένα μάθημα, πως ο άνθρωπος που επιλέγει να εκφραστεί μέσα από το πιο ναρκισσιστικό μέσο, την τέχνη, είναι προϊόν της κοινωνίας του και βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με την εποχή του. Εγώ, μια φορά, δεν μπορώ να είμαι, ούτε πρωτότυπη, ούτε μοναδική, όμως θέλω να επικοινωνήσω... αυτό είναι το κίνητρό μου.

Το Στίχοι ΙΙ του Τίτου Πατρίκιου, υπήρξε για αμέτρητα χρόνια το αγαπημένο μου ποιήμα. Περιορίζομαι στην απάντηση του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυό θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου.
Κρίνε για να κριθείς.

* Ή μήπως απλά της ευφυΐας μου;...

υ.γ. Η ετικέτα διακείμενο σε κάποιες δημοσιεύσεις δεν ήταν ποτέ τυχαία.