30.12.07

...οι λέξεις δικάζονται...

Δεν είχες δακρύσει ποτέ ξανά στη ζωή σου και όλο αυτό που βίωνες ήταν απίστευτα πρωτόγνωρο για ‘σένα. Ο κλητήρας περπάταγε αμέριμνος δίπλα σου χωρίς ούτε καν να φαντάζεται τι συνέβαινε μέσα σου. Τα δάκρυα αυτά που κυλούσαν στα μάγουλά σου εκείνη τη στιγμή, ήταν τα δάκρυα της αλήθειας, τα δάκρυα που έριξαν τα λέπια από τα μάτια σου. Γιατί ξέρεις; Υπάρχουν δάκρυα και δάκρυα, δεν είναι όλα τα ίδια. Υπάρχουν δάκρυα κροκοδείλια, δάκρυα πίκρας, δάκρυα γέλιου, δάκρυα πόνου και εγωισμού και πολλά άλλα δάκρυα... Μόνο όμως τα δάκρυα αλήθειας ξεπλένοντας το πρόσωπο τού δίνουν μια ομορφιά αμάραντη.

Και χαμογέλασες, κατάλαβες πως δεν είχες αστέρι γιατί πολύ απλά το δικό σου αστέρι ήταν ο ήλιος της γης που φώτιζε όλα της τα πλάσματα εκτός από σένα. Κι ας μην το είχες δει ποτέ, εσύ δε νοιαζόσουν πια, γιατί σε είχε ζεστάνει εκείνη η απρόσμενη αίσθηση της αγάπης που είχες ταχθεί να δίνεις σε όλη σου τη ζωή. Σε τύλιξε η είκονα της μοίρας σου και την αγάπησες ανίκανος να κάνεις πίσω αναγνωρίζοντας πως η πιο ελεύθερη πράξη του ανθρώπου, Μοιρέα, είναι να δεχθεί, να αγαπήσει και να μεγαλώσει τη μοιρα, το κομμάτι που του δόθηκε με προσοχή και αγάπη όταν ο Θεός μοίραζε σοφά σε όλους τους ανθρώπους τα αγαθά.

Χαμογελώ και ταυτόχρονα θέλω να νιώσω τα μάγουλά μου βρεγμένα... είναι τόσο όμορφη η ζωή. Γιατί τη χαλάμε; Γιατί δεν την αγαπάμε; Και η ιστορία άρχισε ξανά να μου τραγουδάει, τόσο όμορφα... Και δε νιώθω πια πίκρα... θα διώξω και το φόβο μια μέρα, όταν δεχθώ τη δική μου μοίρα και την πάρω αγκαλιά και τη φιλήσω γλυκά... έτσι όπως φιλώ αυτή την ιστορία για να κρύβεται η πεζότητά της πίσω από το πέπλο του μελιού που στάζουν πάνω της τα χείλη μου...

Η Μυρσίνη ένιωσε ξάφνου ξεχασμένη και παρατημένη από ολάκερο το σύμπαν και έβαλε τα κλάματα... και τα δικά της δάκρυα, τής έκαιγαν τα μάτια, γέμιζαν το στόμα της αλμύρα και έσταζαν κρύα πάνω στο σώμα της. Ήταν δάκρυα μοναξιάς και φόβου, ενός παιδιού που βάλθηκε να σώσει τον κόσμο την ίδια στιγμή που αυτός την παρατούσε. Μα όχι, δεν είχε σβήσει ολότελα ο ουρανός, ήτανε ακόμη κάτι αστέρια μεγάλα που την τρομάξανε περισσότερο μόλις τα είδε να της κλείνουν το μάτι με κακία...

Κάνανε, ωστόσο, το λάθος να την τρομάξουνε υπερβολικά. Τη στιγμή που αισθάνθηκε τον πιο μεγάλο φόβο, την ίδια στιγμή κατάλαβε πως είναι η ώρα να τολμήσει και να ΄δωσει όλο της τον εαυτό! «Μαμά μου σ’ αγαπάω! Θα βρω το αστέρι!», φώναξε και δεν πνίγηκε η φωνή της μέσα στα κύματα, αλλά τα έσχισε και έφτασε μέχρι τη μητέρα της, στα έγκατα της θάλασσας, που σκίρτησε από συγκίνηση και της έστειλε ένα φιλί. Το φιλί, μετατράπηκε σε νεράιδα, η νεράιδα κολύμπησε και έφτασε μέχρι τη Μυρσίνη, τη φίλησε και της είπε, «Η μαμά σου σε αγαπά κι αυτή, μη φοβάσαι. Εγώ είμαι το φιλί της και θα μείνω μαζί σου για όσο χρειάζεται!».

Εσύ στο μεταξύ, μαζί με τον -πολυαγαπημένο πια- κλητήρα είχες επι-τέλους φτάσει σε έναν τεράστιο κήπο. Εκειπέρα, εκτός φυσικά από τις πετούνιες, τις ζέρμπερες, τα βατράχια και τους κουρεμένους φύκους, υπήρχε ένα καρουζέλ, μάλιστα, ένα καρουζέλ! Πάνω στα αλογάκια, κάθονταν κάτι τύποι περίεργοι που σε κοίταζαν σαν να είχες πέσει από τον ουρανό, (ψέματα;) και σε παρατηρούσαν πίσω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας τους. Πάνω στο καρουζέλ υπήρχε μια φωτεινή επιγραφή που έγραφε... «ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ»!...


Κι αν δε συνεχιστεί;...


σημ. Για την ιστορία υπάρχει για μεγαλύτερη ευκολία η αποκλειστική ετικέτα, *~κλείνοντας τα μάτια~*.