12.11.07

...οι λέξεις δακρύζουν...

Σώπασαν μέσα μου οι ήχοι και μαζί αυτή η ιστορία για καιρό... η τόσο αληθινή... τόσο αληθινή ως αν ένα όνειρο... όμως προσπαθεί να βγει προς τα έξω... ακόμη πιο ταπεινή και μέτρια... όπως κι εγώ άλλωστε...

Και τελικά ξύπνησες Μοιρέα, και κοίταξες γύρω σου... κι είχαν βυθιστεί όλα στο σκοτάδι. Όλα; Είχαν μείνει μόνο κάποια αστέρια, μεγάλα και μοχθηρά, που η φωτιά τους τώρα πια φάνταζε ακόμη πιο τρομακτική. Και ξαφνικά, ξύπνησες από το λήθαργό σου, ξύπνησες και είδες την καταστροφή! Έμοιαζε να μην υπάρχει επιστροφή, να μην υπάρχει καμιά λύση. Και ξεχώρισες μια φιγούρα που ερχόταν προς το μέρος σου...

Η Μυρσίνη είχε αρχίσει να απολαμβάνει το ταξίδι της, και κοίταζε γύρω της με θαυμασμό τον αγαπημένο της ωκεανό. Κάποια στιγμή κουράστηκε, πήρε ένα ραβδί που της είχε χαρίσει παλιά η μητέρα της, και άρχισε να ανακατεύει τη θάλασσα. Ψιθύριζε ένα τραγουδάκι που αγαπούσε πολύ: «Είναι κάποιες ψυχές... λουλουδένιες, αγνές... κι αν λυγίσει καμιά τους, οι πολλές, οι πολλές τη βαστούν στα φτερά τους!»*. Και ο ψίθυρός της, πολλαπλασιαζόταν, κι ερχόταν πίσω... ήταν οι άλλες ψυχές που ταξίδευαν στο πέλαγο και της απαντούσαν. Οι ψυχές, πάντα επικοινωνούν με ένα μυστικό και ακατάλυπτο τρόπο... Κάποια στιγμή, μια τρυφερή στιγμούλα γύρισε το βλέμμα της προς τον ουρανό... είχε σβήσει ολόκληρος...

Όσο για ‘σένα, κατάλαβες και χαμογέλασες πικραμμένος. Ήταν ένας δικαστικός κλητήρας που ήρθε να σε πάρει. Έφταιξες και τώρα έπρεπε να δικαστείς. Γιατί η εντολή ήταν ρητή, δεν έπρεπε να αφήσεις ποτέ απ’ τα μάτια σου τ’ αστέρια... «Όπως θα έχεις αντιληφθεί, έχουν μείνει όλοι οι ταξιδιώτες του κόσμου, δίχως αστέρι.», του είπε, μάλλον αδιάφορα ο κλητήρας που δε φαινόταν να σκοτίζεται ιδιαίτερα για το αν έχει αστέρι ή όχι. «Δε λυπάμαι καθόλου, μα θα πρέπει να με ακολουθήσεις. Η υπόθεσή σου θα εκδικαστεί άμεσα.». Κι εσύ που το μόνο που μπορούσες να σκεφτείς ήταν πως, τα αστέρια που έμειναν, ήταν τόσο εγωκεντρικά, που δε θα δάνειζαν ποτέ τη φλόγα τους για να βρεις και να ανάψεις τα υπόλοιπα, δάκρυσες και τον ακολούθησες σιωπηλά. Και τότε είδες...

επιβάλλεται να συνεχιστεί...

*άγνωστης πηγής