19.2.17

Ορνιθοσκαλίσματα παρά τη θάλασσα - ΙΙ

Η ιδέα της θάλασσας ήταν μια παρηγοριά, η ιδέα της, γιατί η θάλασσα στην πραγματικότητα ήταν πολύ μακριά. Χρειαζόταν να διασχίσεις με το μυαλό σου όλα τα δρομάκια του χωριού, κι έπειτα να διασταυρώσεις ολόκληρο αυτοκινητόδρομο για να μπορέσεις να τη δεις. Ξέκλεβε μια ματιά κάθε πρωί, βάζοντας τον σταυρό της με ευλάβεια μπροστά στο φοβερό θαύμα του γαλάζιου που μετουσίωνε, έστω για μια στιγμή, ολάκερο το είναι της. Την κοίταζε με πάθος, σαν να τη ρούφαγε, σαν να γινόταν καλοκαίρι και σε λίγο θα την αγκάλιαζε το κύμα.

Μα δεν ήταν καλοκαίρι, ήταν πολύ κρύο και λίγο πιο πέρα, στο παραθαλάσσιο χωριό χωρίς θάλασσα φύσαγε πάντα ένας μανιασμένος αέρας που κατέβαινε από το βουνό. Η Σοφία αναρωτιώταν αν κάποιος Ιωνάς ξαπόσταζε ανέμελος κάτω από μια κολοκυθιά, ενώ αυτοί έτρεμαν μέσα στα παλτά τους, τσακωμένος με τον Αίολο και αποφασισμένος να μη ζητήσει ποτέ συγγνώμη. Έτριψε τα παγωμένα της χέρια και θυμήθηκε την περσινή της τάξη, τα παιδάκια της, τα χαμόγελά τους και την αγάπη τους, την τελευταία μέρα με τα πατατάκια και τα πανό. Βούρκωσε...

Την "ξύπνησαν" άγριες φωνές και βρισιές. Γύρισε και τι να δει, ο Δημήτρης και ο Κυριάκος να ανταλλάζουν κλωτσιές και μπουνιές. "Τα συνηθισμένα τους" σκέφτηκε. Πλησίασε νωχελικά και με αυστηρό ύφος και πολλές απειλές κατάφερε να τους χωρίσει. Αν την έβλεπε κάποιος ξένος θα απορούσε με την απάθειά της. Το δίκιο της γροθιάς, ωστόσο, ήταν κοινός τόπος στο χωριό. Θυμήθηκε πόσο αγχωνόταν τις πρώτες μέρες, με πόση αγωνία προσπαθούσε να τους ηρεμήσει. Τους μιλούσε, τους εξηγούσε πώς πρέπει να φέρονται, πώς λύνουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους. Χαμογέλασε. Η αλήθεια είναι, ότι είχαν βελτιωθεί από τότε κι ας ήταν πάντα απασχολημένη να μετρά τις αποτυχίες της.

Ο Δημήτρης ήταν ένα πανέξυπνο παιδί με μανία καταδίωξης και άκρως αντιπαθητικό. Πάντοτε γεμάτος μύξες και παράπονα που τα εξέφραζε με βαρβαρικές ιαχές. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος, έπαιζε με μια αυτοσχέδια κατασκευή την οποία ξαφνικά έχανε και αναζητούσε θορυβωδώς. Σχεδόν άμεσα εντόπιζε τον "κλέφτη" τον οποίο ξεκινούσε να κατηγορεί με πάθος. Η δασκάλα, μισητός εχθρός που δε λύγιζε με τίποτα στις φωνές και τις απειλές του. Τον ανεχόταν γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να τον αγαπήσει, αλλά, όταν εξαντλούσε πια, την υπομονή της, τον διαπερνούσε με ένα αιχμηρό βλέμμα που θα τρυπούσε και το σινικό τείχος ακόμη.

Όχι, δεν τον αγαπούσε αυτόν τον μαθητή κι ας ήταν πολύ πικρή η αλήθεια τούτη για να την παραδεχτεί στον εαυτό της. Τον φώναζε ιδιαιτέρως και πάλευε να βγάλει μαζί του μια άκρη. Του λεγε:
-Δεν ξέρεις Δημήτρη μου ότι σε αγαπώ;
-Δεν απαντώ σε αυτή την ερώτηση, αποκρινόταν σοφά εκείνος.

Τον δάμασε ένα μεσημέρι του Νοέμβρη όταν μπήκαν στο λεωφορείο για να επιστρέψουν από την τραγική εκδρομή που είχαν πάει. Ο Δημητράκος είχε δώσει ρεσιτάλ αταξίας και η κυρία Σοφία του είπε να κάτσει μπροστά μαζί με το διευθυντή. Με διαμαρτυρίες πήγε να πάρει τη θέση που του είπε ενώ εκείνη γύρισε προς τα πίσω για να μετρήσει τους υπόλοιπους. Πριν τελειώσει τον είδε να έρχεται σκυφτός προς το μέρος της:
- Ο κύριος Αγαμέμνονας είπε ότι είναι εντάξει.
Τα μάτια της έβγαλαν φωτιές:
- Δε θα με αψηφήσεις, κατάλαβες; Κάθησε αμέσως στη θέση σου!
- Μα...
- Δε. Θα. Με. Αψηφήσεις!
Και ο Δημήτρης δαμάστηκε, ίσως και ο κύριος Αγαμέμνων. Ήταν, όμως, πολύ μακρύς ο δρόμος ακόμη, μέχρι τη μέρα που θα κέρδιζε την καρδιά του, του Δημήτρη, για να μην παρεξηγιόμαστε.

Συνεχίζεται...

18.2.17

Ορνιθοσκαλίσματα παρά τη θάλασσα

Τα μάτια του έλαμψαν για λίγο, πίστεψε πως μπορούσε να τα καταφέρει. Η δασκάλα συνέχιζε να μιλάει σε άγνωστα ελληνικά. Ξάφνου άκουσε το όνομά του:
-Άγγελε, τι κάνεις εκεί;
-Προσπαθώ να κλείσω το παγούρι μου κυρία. (Άλλο ένα αποτυχημένο εγχείρημα.)
-Άσε το κάτω αμέσως, του απάντησε άπονα, δεν είναι ώρα τώρα για αυτά! Πρόσεχε στο μάθημα!

Δεν ήταν άπονη η δασκάλα, μα αδαής στην πραγματικότητα. Όχι, όχι αδαής, ξεροκέφαλη! Ναι, αυτό ακριβώς. Αγαπούσε όλα τα παιδιά για αυτό που ήταν, έλεγε, ενώ ταυτόχρονα πάσκιζε να τα κάνει σαν τα μούτρα της. Σάμπως κι η ευτυχία μετριέται σε προπαίδειες και αντωνυμίες.

Υπέφεραν όλοι, εκεί στη λυώμενη αίθουσα του υποτυπώδους σχολείου στο μικρότερο χωριό του νησιού. Υπέφερε η δασκάλα, εκ πρωτευούσης ορμώμενη, που δεν κατάφερνε με τίποτα να βρει ποιο ήτανε επιτέλους το μηδέν για να ξεκινήσει από εκεί. Υπέφεραν και τα παιδιά, που εκεί που ήταν μαθημένα με δασκάλους κηπουρούς και με μοναδικό τους πρόβλημα το παιχνίδι του διαλείμματος, εμφανίστηκε μια τρελή από το πουθενά και τους φώναζε με το παραμικρό.

Τους φώναζε γιατί έπρεπε να γράφουν δίπλα από το περιθώριο στο τετράδιο, γιατί έπρεπε λέει να μελετάνε καθημερινά, όλα τα μαθήματά τους. Μάθανε και μια καινούργια λέξη, αστερίσκος. Ήταν όλες της οι λέξεις, βέβαια, καινούργιες, αλλά μονάχα αυτή ήταν σημαντική, ο αστερίσκος. Και όταν μάζευε ένα παιδί δέκα κάνοντας καλές πράξεις όπως το να κλίνει το σφουγγαρίζω ή να λέει την προπαίδεια του 3 θα έπαιρνε κάποιο δώρο. Κανείς δεν ήξερε τι ήταν ο αστερίσκος και κανείς δε ρώτησε. Μέχρι που μια μέρα ανακάλυψαν πως είναι το αστεράκι.

Ο Άγγελος, όμως, πώς θα μάζευε τους περίφημους αστερίσκους; Δεν είχε κανένα κρυμμένο ταλέντο, όπως συμβαίνει στα παραμύθια. Η κυρία Σοφία δε χαριζόταν, όχι πως δεν ήθελε αλλά γιατί δεν ήξερε πώς. Και τώρα πάλι του φώναζε:
-Τι είναι αυτή η λίμνη κάτω απ' την καρέκλα σου; Μόνο την ώρα του μαθήματος σε ενδιαφέρει να κλείσεις το παγούρι σου; Τι έκανες όλο το διάλειμμα;
Ο Άγγελος δεν απάντησε, μονάχα ευχαρίστησε το Θεό που μαζί με τα σχολεία έφτιαξε και τα διαλείμματα και Του υποσχέθηκε πως δεν επρόκειτο ποτέ να τα σπαταλήσει σε κλεισίματα παγουριών.

Συνεχίζεται...

24.11.16

Αλήθεια.

"Τι ωραίο, αλήθεια, να μοιράζεσαι τη γνώση όπως οι φτωχοί κι οι πονεμένοι το ψωμί, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο δέος. Και πόσο μόνος αισθάνεσαι όταν περιβάλλεσαι από ανθρώπους που δε χορταίνουν αλλά πετάνε το ψωμι, που ζουν για μια τσάντα και ένα ζευγάρι παπούτσια, που ποτέ δεν πίστεψαν..."

Κάθομαι στην παραλία και κοιτάζω τη αλήθεια μου, ένα βότσαλο που ακατάπαυστα το γλύφει η αλμύρα, που ποτέ δεν είναι ίδιο, απελπίζομαι. Ένα δυνατό κύμα σκάει, με χτυπάει στο πρόσωπο. Όχι, όχι, σαν τη θάλασσα είναι η αληθινή αλήθεια, άβυσσος μα ειλικρινής, με τα θηρία της και το γλυκό της χάδι.

Καληνύχτα Κύριε. Να με περιμένεις.