22.7.17

And all the lonely people where do they all belong

Προσπαθώ να θυμηθώ το όνομά της, πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που την είδα...

Ακούω beatles ξανά, φανατικά, ακατάπαυστα, ενώ ταυτόχρονα παίρνω σημαντικές αποφάσεις. Θα καταργήσω τα θαυμαστικά στον λόγο μου καθώς και όλα τα εμφατικά σημεία στίξης στην προσωπικότητά μου.

Αρκετά έκλαψα για το τρένο που δεν πρόλαβα. Αρκετά έψεξα τη φίλη μου τη Λάχεση, την αγαπημένη κόρη της Νύχτας. Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις στο αχόρταγο εγώ μου με ταλαιπωρούν και με γερνάνε.

Δεν είχα ποτέ τίποτα ν' αποδείξω και οι προσδοκίες των σοφιστών δεν υπήρξαν παρά μόνο σε ένα ξεχασμένο όνειρο.

Θυμήθηκα, Αρετή την έλεγαν, η αδελφή της Ευτυχίας.

20.5.17

Good Morning Heartache

Δοκιμάζω τη βραχνιασμένη μου φωνή, όπως κάθε πρωί. Προσπαθώ εις μάτην να παρηγορηθώ και να αποτινάξω από πάνω μου τις αποτυχίες και τη Μοναξιά. Εξηγώ στην Αλήθεια ότι δε μου αρέσουν οι επισκέψεις της κάθε Παρασκευή βράδυ αλλά με αγνοεί επιδεικτικά μαζί με την Ανεπάρκεια με την οποία έχουν τελευταία γίνει κολλητές.
Είναι τόσα λίγα αυτά που έχω να πω μα μιλώ ακατάπαυστα, με στόμφο και αυταρέσκεια. Τώρα γράφω για τα συναισθήματα πίσω από το φτιασιδωμένο μου γέλιο, ταπεινωμένα, χωρίς έμπνευση, εν τη απουσία της Ζωής που δε θα μάθω ποτέ πώς να αγαπώ.

19.2.17

Ορνιθοσκαλίσματα παρά τη θάλασσα - ΙΙ

Η ιδέα της θάλασσας ήταν μια παρηγοριά, η ιδέα της, γιατί η θάλασσα στην πραγματικότητα ήταν πολύ μακριά. Χρειαζόταν να διασχίσεις με το μυαλό σου όλα τα δρομάκια του χωριού, κι έπειτα να διασταυρώσεις ολόκληρο αυτοκινητόδρομο για να μπορέσεις να τη δεις. Ξέκλεβε μια ματιά κάθε πρωί, βάζοντας τον σταυρό της με ευλάβεια μπροστά στο φοβερό θαύμα του γαλάζιου που μετουσίωνε, έστω για μια στιγμή, ολάκερο το είναι της. Την κοίταζε με πάθος, σαν να τη ρούφαγε, σαν να γινόταν καλοκαίρι και σε λίγο θα την αγκάλιαζε το κύμα.

Μα δεν ήταν καλοκαίρι, ήταν πολύ κρύο και λίγο πιο πέρα, στο παραθαλάσσιο χωριό χωρίς θάλασσα φύσαγε πάντα ένας μανιασμένος αέρας που κατέβαινε από το βουνό. Η Σοφία αναρωτιώταν αν κάποιος Ιωνάς ξαπόσταζε ανέμελος κάτω από μια κολοκυθιά, ενώ αυτοί έτρεμαν μέσα στα παλτά τους, τσακωμένος με τον Αίολο και αποφασισμένος να μη ζητήσει ποτέ συγγνώμη. Έτριψε τα παγωμένα της χέρια και θυμήθηκε την περσινή της τάξη, τα παιδάκια της, τα χαμόγελά τους και την αγάπη τους, την τελευταία μέρα με τα πατατάκια και τα πανό. Βούρκωσε...

Την "ξύπνησαν" άγριες φωνές και βρισιές. Γύρισε και τι να δει, ο Δημήτρης και ο Κυριάκος να ανταλλάζουν κλωτσιές και μπουνιές. "Τα συνηθισμένα τους" σκέφτηκε. Πλησίασε νωχελικά και με αυστηρό ύφος και πολλές απειλές κατάφερε να τους χωρίσει. Αν την έβλεπε κάποιος ξένος θα απορούσε με την απάθειά της. Το δίκιο της γροθιάς, ωστόσο, ήταν κοινός τόπος στο χωριό. Θυμήθηκε πόσο αγχωνόταν τις πρώτες μέρες, με πόση αγωνία προσπαθούσε να τους ηρεμήσει. Τους μιλούσε, τους εξηγούσε πώς πρέπει να φέρονται, πώς λύνουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους. Χαμογέλασε. Η αλήθεια είναι, ότι είχαν βελτιωθεί από τότε κι ας ήταν πάντα απασχολημένη να μετρά τις αποτυχίες της.

Ο Δημήτρης ήταν ένα πανέξυπνο παιδί με μανία καταδίωξης και άκρως αντιπαθητικό. Πάντοτε γεμάτος μύξες και παράπονα που τα εξέφραζε με βαρβαρικές ιαχές. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος, έπαιζε με μια αυτοσχέδια κατασκευή την οποία ξαφνικά έχανε και αναζητούσε θορυβωδώς. Σχεδόν άμεσα εντόπιζε τον "κλέφτη" τον οποίο ξεκινούσε να κατηγορεί με πάθος. Η δασκάλα, μισητός εχθρός που δε λύγιζε με τίποτα στις φωνές και τις απειλές του. Τον ανεχόταν γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να τον αγαπήσει, αλλά, όταν εξαντλούσε πια, την υπομονή της, τον διαπερνούσε με ένα αιχμηρό βλέμμα που θα τρυπούσε και το σινικό τείχος ακόμη.

Όχι, δεν τον αγαπούσε αυτόν τον μαθητή κι ας ήταν πολύ πικρή η αλήθεια τούτη για να την παραδεχτεί στον εαυτό της. Τον φώναζε ιδιαιτέρως και πάλευε να βγάλει μαζί του μια άκρη. Του λεγε:
-Δεν ξέρεις Δημήτρη μου ότι σε αγαπώ;
-Δεν απαντώ σε αυτή την ερώτηση, αποκρινόταν σοφά εκείνος.

Τον δάμασε ένα μεσημέρι του Νοέμβρη όταν μπήκαν στο λεωφορείο για να επιστρέψουν από την τραγική εκδρομή που είχαν πάει. Ο Δημητράκος είχε δώσει ρεσιτάλ αταξίας και η κυρία Σοφία του είπε να κάτσει μπροστά μαζί με το διευθυντή. Με διαμαρτυρίες πήγε να πάρει τη θέση που του είπε ενώ εκείνη γύρισε προς τα πίσω για να μετρήσει τους υπόλοιπους. Πριν τελειώσει τον είδε να έρχεται σκυφτός προς το μέρος της:
- Ο κύριος Αγαμέμνονας είπε ότι είναι εντάξει.
Τα μάτια της έβγαλαν φωτιές:
- Δε θα με αψηφήσεις, κατάλαβες; Κάθησε αμέσως στη θέση σου!
- Μα...
- Δε. Θα. Με. Αψηφήσεις!
Και ο Δημήτρης δαμάστηκε, ίσως και ο κύριος Αγαμέμνων. Ήταν, όμως, πολύ μακρύς ο δρόμος ακόμη, μέχρι τη μέρα που θα κέρδιζε την καρδιά του, του Δημήτρη, για να μην παρεξηγιόμαστε.

Συνεχίζεται...