20.5.18

Δίνη

Υπάρχω σε μία παρένθεση στην τελευταία υποσημείωση του επίμετρου που κανείς ποτέ δε θα διαβάσει. Κρατάω το χέρι στα δάκρυά μου που τους απαγορεύεται να κυλήσουν και χαμογελάω χλωμά. Μέσα μου ένας χείμαρρος γίνεται ρυάκι ενώ η ρημαγμένη γη μου τον καταπίνει. Με περιβάλλει μια πράσινη ανεμελιά χωρίς να με αγγίζει. Και ο κόμπος στον λαιμό κατεβαίνει στην καρδιά που παλεύει να χτυπήσει. Δε θα γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι τη χαρά, κάποιοι μονάχα θα την ονειρευτούν. Ίσως να 'ναι κι αυτό κάτι.

15.5.18

Λέιλα Αλ Γαντούρ

Δε σε γνωρίζω, ούτε και θρηνώ για τον πρόωρο χαμό σου. Σε αποχαιρετώ μονάχα για να μη σε ξεχάσω. Κάποιος σου το οφείλει να σε θυμάται Λέιλα.

Είμαι θυμωμένη, όχι με αυτά που συμβαίνουν, όχι με τις πάντα ανοιχτές πληγές της Γάζας, αλλά με τον γυάλινο τυφλό εαυτό μου. Ο εγωκεντρισμός μου με τρυπάει καθημερινά και αλύπητα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αγάπη, δεν έχω μάθει να προσεύχομαι γι' αυτούς που υποφέρουν.

Πρέπει να βιαστώ, χρειάζεται να νιώσω κάτι παραπάνω από αυτολύπηση και υπεροψία. Πώς θα ισχυριστώ ότι έζησα; Ποια ακριβώς γελοία στιγμή πιστέψαμε πως ζωή είναι η διασκέδαση; Και τι ακριβώς διασκεδάζουμε, τι σκορπάμε, τη θλίψη, τη μνήμη της θλίψης; Τη μνήμη του εαυτού, τον εαυτό.

Η Λέιλα Αλ Γαντούρ, 8 μηνών, απεβίωσε αφού εισέπνευσε δακρυγόνο κατά τη διάρκεια επεισοδίων στη Γάζα.

14.4.18

Το επι-κοινωνείν

Δε θα ξεπεράσω ποτέ την απώλεια του απαρέμφατου, θα με κάνει πάντα να αισθάνομαι λίγη απέναντι σε ό,τι μου κληροδοτήθηκε. Η εκφραστική φαρέτρα του ομιλητή της ελληνικής, απέμεινε αμετάκλιτα ενδεής, κι ας επιμένουμε ενίοτε στον γραπτό λόγο να καταφεύγουμε σε πιο λόγιες προσεγγίσεις. Η αλήθεια, η απουσία της λήθης, αποκαλύπτεται εκεί που συναντιέται και ομιλεί ο καθημερινός άνθρωπος, στη στάση του λεωφορείου, στη Βαρβάκειο, στου Ψειρή αλλά και στο Ντεζιρέ: το απαρέμφατο μάς έχει πια εγκαταλείψει... και η αγάπη δε θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει πραγματικά το αγαπάν.

Υπεκφεύγω και καταφεύγω ως αν ατάλαντη Δημουλά στη γραμματική. Δεν το κάνω επίτηδες. Και κοιτάζω με αγωνία δύο λέξεις, τη μειονεξία, και τη μοναξιά. Είναι άδικο, ξέρεις, να μοιάζουν τόσο. Είναι άδικο να αισθάνεσαι πέραν από μόνος και μείων, ή χειρότερα, μειωτέος. Σταμάτησαν να μοιάζουν οι λέξεις, κι αυτό είναι κάτι. Ίσως δεν πρέπει να αισθάνομαι τόση μειονεξία που δεν μπόρεσα να αποτινάξω από πάνω μου τη μοναξιά. Ίσως δεν πρέπει να νιώθω τόσο ανόητη που τόσο εύκολα άφησα την πόρτα του καταφύγιού μου ανοιχτή...

Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτόν τον κόσμο δε θα τον καταλάβω ποτέ. Καληνύχτα.

3.4.18

Η παρακμή των θέλω

"οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι"(Ψαλ. 125,5)

Ακόμη με θυμάμαι 5-6 χρονών κοριτσάκι να ακούω και να βλέπω τα άλλα παιδιά να παίζουν πιάνο και να θέλω κι εγώ... Ξεκίνησα από ένα αρμόνιο τόσο μεγάλο όσο μια ρίγα, λίγο αργότερα ανακάλυψα τα μινουέτα που έγραψε ο Γιόχαν για την Άννα και μετά... και μετά.

Δε μελετούσα, η δασκάλα μου με αγαπούσε αλλά δε με εκτιμούσε, ενίοτε με κτυπούσε στα δάχτυλα, τελειοποιώντας την τεχνική μου, αδυνατώντας ωστόσο να μου εμφυσήσει την ευαισθησία που δεν είχε. Ο πρώτος έρωτας και ενθουσιασμός έγινε μίσος αλλά ποτέ δεν προχώρησα σε διαζύγιο με το πιάνο. Νομίζω ήθελα να μοιάσω σε ένα λογοτεχνικό κορίτσι που κι αυτή πείσμωνε με παρόμοιο τρόπο. Τώρα, δε θυμάμαι ούτε το βιβλίο, ούτε το κορίτσι αλλά θα τους χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη. Και πέρασαν τα χρόνια.

Στα δεκαοχτώ γνώρισα τη Σόφη, με πήρε από το χέρι και με ξανασύστησε σε ένα καινούργιο πιάνο, ένα που έπαιζε μουσική, όχι όπως το παλιό που έπαιζε μόνο νότες. Το πρώτο μου θέλω, όμως, το θυμήθηκα -και το πραγματοποίησα- ένα πρωινό που πάλευα με τον Λιστ και τους άπειρους φθόγγους του. Με είδα ξαφνικά μπροστά μου, παιδί, να ακούω μουσική και να σκέφτομαι: "Τι ωραία που θα ήταν αν εγώ μπορούσα να παίξω αυτή τη μουσική για μένα; Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσα να γίνω ο ακροατής του εαυτού μου;".

Ήμουν πολύ μικρή τότε για να αντιληφθώ ότι συνήθως οι άνθρωποι παίζουν για ένα κοινό. Το μόνο που ήθελα ήταν να μάθω πώς να παρηγορώ τον εαυτό μου, για να μετριάζω τη μοναξιά, για να ξεχνώ για λίγο την πραγματικότητα.

Σήμερα, με έχουν εκφυλίσει τα υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Άραγε υπάρχει κάτι που δεν το έχει ακούσει ποτέ κανείς; Ή υπάρχει τρόπος να περιέλθεις σε αυτή τη μυστική κοινωνία με τους άλλους χωρίς προηγουμένως να περάσεις την ανάλογη οδύνη;

Μουσική, τη μια στιγμή γίνεται μαργαρίτα στην παλάμη σου έτοιμη να τη μαδήσεις, και πριν το καταλάβεις μεταμορφώνεται σε έμπορο της Βενετίας και σου ζητά λύτρο την ίδια τη σάρκα σου. Γιατί να την αγαπώ τόσο;

24.3.18

Χωρίς τις γραμμές των οριζόντων

Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα
σαν ξένος σαν ξενάκι σαν παντάξενος.
Κι ήρθε και κατακάθησε πάνω μου σαν σεντόνι όλης της γης η σκόνη.
Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Όταν ξυπνήσεις ένα πρωινό και ανακαλύψεις τις σχέσεις εγκλεισμού που διέπουν τη ζωή σου δεν είναι ποτέ τόσο ευχάριστο ή συναρπαστικό όσο στα Μαθηματικά. Το συνειδητοποιείς σε εκείνο το σημείο στο χρόνο που μια ξενόφερτη σκόνη από τη Σαχάρα σου κλέβει τον ουρανό σου, που η ματιά σου σταματά στο απέναντι παραμελημένο σπίτι και ξαφνικά νομίζεις ότι η ζωή τελειώνει εκεί.

Αδυνατείς να μαντέψεις τι κρύβεται λίγο πιο πέρα, βεβαιώνεσαι ότι όλο σου το υπάρχω θα συρρικνωθεί μέσα σ' αυτόν τον απαίσιο μπεζ κύκλο και θα προχωράς πάντα μέσα σε αυτόν. Λίγο πιο πέρα, ωστόσο, βλέπεις επίμονες κάποιες γραμμές να σχίζουν το πέπλο της δυστυχίας σου και να φτιάχνουν τα Κιμιντένια των παιδικών σου χρόνων, σαν ένα δάχτυλο να τα ζωγράφισε πάνω σε λερωμένο τζάμι αυτοκινήτου. Και παρηγοριέσαι. Για λίγο.

Έτσι θα είναι η ζωή τώρα, με τη σκόνη να πηγαινοέρχεται και να λασπώνει τα βρεγμένα από τα δάκρυα μάγουλά μου. Εγώ θα πετιέμαι σαν τόπι ανάμεσα στον φόβο, την ελπίδα και τελικά την απελπισία. Θα νοσταλγώ τον γαλάζιο ουρανό με τα παχουλά λευκά συννεφάκια αλλά, έχοντας πάρει από την αδέξια νεραϊδονονά μου το χάρισμα της χρονοκαθυστέρησης, θα είναι πάντοτε για μένα πολύ αργά.

Και θα περιμένω επίμονα τηλεφώνημα από κάποιον που δεν έχει τον αριθμό μου. Δε θα τηλεφωνήσει, όχι γιατί του λείπουν λίγα ψηφία αλλά διότι ποιος αντέχει τη μετριότητα; Ποιος μπορεί να ερωτευτεί την ανασφάλεια και ένα ελάχιστο είναι;

Τελικά η φαντασία σκοτώνει την ψυχή, σε εγκλείει σε μια σκόνη πλανεύτρα, όμορφη, χρωματιστή που σου κόβει τον ορίζοντα, που δε σε αφήνει να ονειρευτείς και να κυνηγήσεις την πραγματικότητά σου, μέχρι εκεί, μέχρι τις γραμμές των οριζόντων.